Παγκόσμια δύναμη η ελληνική εξορυκτική βιομηχανία

01 Δεκ Παγκόσμια δύναμη η ελληνική εξορυκτική βιομηχανία

Share to

Συνέντευξη στον Σπύρο Κτενά

 

Για να βγούμε ως χώρα από το αδιέξοδο στο οποίο έχουμε περιέλθει πρέπει πρωτίστως να μάθουμε να συνομιλούμε και όχι να μαλώνουμε, έστω και αν διαφωνούμε, πρέπει να μάθουμε να συναγωνιζόμαστε και όχι να ανταγωνιζόμαστε, πρέπει να μάθουμε την αξία της συμπληρωματικότητας και της αναγνώρισης της ικανότητας του διπλανού μας. Μόνον έτσι θα προχωρήσουμε μπροστά, ειδάλλως η Ελλάδα θα εξακολουθεί να έχει ανεργία, μετανάστευση, προβλήματα, μιζέρια.

Τις εκτιμήσεις αυτές διατυπώνει, μεταξύ άλλων, μιλώντας στους New Times ο πρόεδρος του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ) κ. Αθανάσιος Κεφάλας, ο οποίος τονίζει επίσης ότι ένα μεγάλο λάθος που έγινε στη χώρα μας και για το οποίο το κύριο μέρος ευθύνης φέρει η πολιτεία είναι ότι οι τελευταίες γενιές γαλουχήθηκαν με την αρχή της ήσσονος προσπάθειας.

Όσο για τη «σωτηρία» της εθνικής οικονομίας, που είναι και το άμεσο ζητούμενο, ο κ. Κεφάλας εκτιμά ότι θα προέλθει από την εξάλειψη σειράς στρεβλώσεων στην αγορά, που δεν ευνοούν την επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς και από την υγιή ανάπτυξη σε πολλαπλούς τομείς που θα επιλεγούν σε ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό μοντέλο παραγωγικής δραστηριότητας.

Η εξορυκτική βιομηχανία πάντως έχει σίγουρα τη δυναμική να αποτελέσει βασικό μέρος της λύσης, όπως αναφέρει ο πρόεδρος του ΣΜΕ. Μάλιστα, όπως επισημαίνει, αν αρθούν οι σημερινές αγκυλώσεις μπορεί η συνεισφορά του κλάδου στο ΑΕΠ, από 3,4% που είναι σήμερα, να φθάσει ακόμη και το 7%.

Προς το παρόν όμως, και παρά το γεγονός ότι οι ελληνικές ορυκτές πηγές αποτελούν ακόμη και σε αυτή τη δυσμενή οικονομική συγκυρία πόλο έλξης, οι επενδυτές αποθαρρύνονται από την όποια επενδυτική προσπάθεια. Κυριάρχη θέση δε στα εμπόδια που αντιμετωπίζουν κατέχει η έλλειψη ενός σταθερού πλαισίου επιχειρηματικής ανάπτυξης.

Αναλυτικά η συνέντευξη με τον κ. Αθανάσιο Κεφάλα έχει ως ακολούθως:

 

Όπως είχατε επισημάνει σε πρόσφατη ομιλία σας, ο κλάδος, παρά την παρατεταμένη οικονομική κρίση της χώρας, παραμένει αλώβητος διατηρώντας όλη τη δυναμική του. Μπορείτε να μας πείτε πού οφείλεται αυτό το επίτευγμα;

Όταν άρχισε η κρίση, ένα από τα μεγαλύτερα θέματα που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι εταιρείες του κλάδου μας ήταν να πείσουμε τους πελάτες μας ότι δεν κινδυνεύει ο ομαλός εφοδιασμός των, δεδομένου ότι αρκετοί από αυτούς μάς έχουν ως τον μοναδικό προμηθευτή. Έτσι ξεκινήσαμε την προσπάθεια για να τους πείσουμε ότι έχουμε εναλλακτικές, γνωρίζουμε τι κάνουμε και έχουμε τη δυνατότητα να ξεπεράσουμε με επιτυχία όλη αυτή την περιπέτεια. Και πραγματικά μέχρι στιγμής έχουμε βγει αλώβητοι, διότι τα μέλη του Συνδέσμου αναγνώρισαν και διαχειρίστηκαν συστηματικά τους κινδύνους που έθεσε η κρίση. Παράλληλα, χάρη στην πιστοληπτική τους αξιοπιστία είχαν πρόσβαση σε ρευστότητα και επιδεικνύοντας ικανότητα προσαρμογής κατάφεραν να ανταποκριθούν στις πολύπλευρες προκλήσεις των καιρών.

Ο κλάδος μας διατήρησε τη δυναμική του χάρη στην προσήλωσή του στη συνεχή αξιοποίηση ευκαιριών επιχειρηματικής ανάπτυξης, στην από μακρού καιρού αναπτυχθείσα εξωστρέφεια και στη συστηματική εφαρμογή των αρχών βιώσιμης ανάπτυξης. Έτσι η εξορυκτική βιομηχανία παρέμεινε ένας από τους μεγαλύτερους εργοδότες της χώρας, αποτελώντας σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για την εθνική οικονομία.

 

Χάσατε κάποιους πελάτες;

Με βάση όσα γνωρίζω από τον Σύνδεσμο, αλλά και από την εταιρεία της οποίας έχω την ευθύνη για την Ελλάδα, δεν χάσαμε πελάτες εξαιτίας της κρίσης. Και τούτο επετεύχθη, όπως σας είπα, διότι κινηθήκαμε με ταχύτητα και με σοβαρότητα επιχειρημάτων και ενεργειών.

 

Το γεγονός ότι διεθνώς υπήρξε μείωση της ζήτησης και άρα πτώση των τιμών για πολλά εμπορεύματα, σε συνδυασμό με τη χαμηλή απορρόφηση πρώτων υλών στην εγχώρια αγορά, πώς και δεν επηρέασε αρνητικά τον κλάδο;

Η μεγάλη γκάμα προϊόντων και η διασπορά των εξαγωγών σε πολλές χώρες, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο κλάδος λόγω του εξαγωγικού προσανατολισμού του επηρεάζεται σε περιορισμένο βαθμό από την εσωτερική αγορά, τον οδήγησαν να έχει σε πολλές περιπτώσεις θετικά αποτελέσματα. Εξαίρεση αποτέλεσε ο τομέας των αδρανών/δομικών υλικών, που εκ των πραγμάτων απευθύνεται στην εσωτερική αγορά. Παρ’ όλα αυτά, οι συνεχώς αυξανόμενες εξαγωγές της τσιμεντοβιομηχανίας ισορρόπησαν κατά ένα βαθμό τους μεγάλους ρυθμούς κάμψης του τομέα αυτού. Παράλληλα η καινοτομία και η ανάπτυξη νέων προϊόντων – μέσω επενδύσεων στην έρευνα και ανάπτυξη – επέτρεψαν να μετατοπιστούμε σε αναπτυσσόμενες αγορές και εφαρμογές.

factory-ii

Η εξορυκτική βιομηχανία

ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τη χώρα

 

 

Είπατε νωρίτερα ότι η εξορυκτική βιομηχανία παρέμεινε ένας από τους μεγαλύτερους εργοδότες της χώρας, αποτελώντας σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για την εθνική οικονομία. Πώς αυτό αποτυπώνεται με αριθμούς;

Κατ’ αρχάς θα ήθελα να επισημάνω ότι, χάρη στο ευνοϊκό γεωλογικό περιβάλλον και στην ανεπτυγμένη επιχειρηματικότητα πολλών δεκαετιών η χώρα μας είναι δεύτερη στην E.Ε. και Πέμπτη στον κόσμο στην παραγωγή λιγνίτη.

  • 1η παγκόσμια στην παραγωγή διαβαθμισμένου περλίτη
  • 1η στην Ευρώπη στην παραγωγή μπεντονίτη
  • Μία από τις μεγαλύτερες παραγωγούς λατεριτών σιδηρονικελίου στην Ευρώπη
  • 1η σε παραγωγή βωξίτη στην Ευρώπη, που αποτελεί το ουσιαστικό στήριγμα της εγχώριας παραγωγής αλουμινίου
  • 1η σε εξαγωγές λευκολίθου και μαγνησίας στην Ε.Ε.
  • Σημαντικός παραγωγός αδρανών, γύψου και ποζολάνης που στηρίζουν την ελληνική τσιμεντοβιομηχανία και τις κατασκευές
  • Παραγωγός ελαφρόπετρας, η οποία, προ κρίσης, είχε από τις πρώτες θέσεις στην παγκόσμια κλίμακα.

Τώρα όσον αφορά το πόσο σημαντική είναι η συνεισφορά του εξορυκτικού κλάδου στην εθνική οικονομία, αρκεί να τονίσουμε τα εξής δύο στοιχεία:

  • Η συνεισφορά στο ΑΕΠ της χώρας φθάνει το 3,4%
  • To συνολικό μερίδιο συνεισφοράς του κλάδου στην εγχώρια απασχόληση ανέρχεται στο 3,4%, ήτοι 118.00 θέσεις εργασίας, αν ληφθεί υπόψη και η ηλεκτροπαραγωγή με λιγνίτη.

 

Ποιος είναι ο συνολικός τζίρος του κλάδου και ποιο το ύψος των εξαγωγών;

Ο συνολικός τζίρος του κλάδου ανέρχεται στο επίπεδο των 6 δισ. ευρώ και πλέον και οι ετήσιες εξαγωγές μας, οι οποίες, σημειωτέον, αφορούν 30 ορυκτά, ξεπερνούν το 1 δισ. ευρώ. Να σας υπενθυμίσω σε αυτό το σημείο ότι το σύνολο των εξαγωγών της χώρας, εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, είναι περίπου 18 δισ., αν και τα τελευταία στοιχεία μιλούν για πτωτική τάση. Από το σύνολο αυτό λοιπόν, εξαγωγές πάνω από ένα δισ. πραγματοποιούνται μόνο από τις μεταλλευτικές βιομηχανίες.

 

Σημαντική η συμβολή του κλάδου

στη «σωτηρία» της εθνικής οικονομίας

 

Επομένως ισχύει αυτό που επανειλημμένως και με κάθε ευκαιρία λέγεται, ότι δηλαδή η Ελλάδα έχει πλούσιο ορυκτό υπέδαφος και η αξιοποίησή του μπορεί να τη «σώσει» από το οικονομικό αδιέξοδο, στο οποίο βρίσκεται. Πόσο εφικτό είναι αυτό και υπό ποιες προϋποθέσεις;

Με την ευκαιρία της ερώτησής σας θα ήθελα να αναφερθώ σε μια σύγχυση που υπάρχει σχετικά με την ορολογία. Συνηθίζουμε να μιλάμε για ορυκτό πλούτο, διότι ιστορικά αποτελούσε πηγή πλούτου. Γι’ αυτό και το δίκαιο που εγκαθιστούσαν πρώτα οι αυτοκρατορίες, όπου επεκτείνονταν, ήταν το μεταλλευτικό δίκαιο, για να μπορούν να αξιοποιούν επωφελώς τα μεταλλεύματα. Πρόκειται όμως για πόρους, ορυκτούς πόρους, που περιμένουν την ανθρώπινη δραστηριότητα να τους ξυπνήσει και να τους μετατρέψει σε πλούτο. Και πώς δημιουργείται ο πλούτος; Με την περιφερειακή ανάπτυξη. Εκτός από τις θέσεις εργασίας, μια επένδυση του κλάδου μας σε μια περιοχή δίνει το έναυσμα για σειρά άλλων έργων, όπως μεταφορά τεχνολογίας, δημιουργία δρόμων και άλλων υποδομών και άρα οδηγεί σε πολλαπλή ανάπτυξη, από την οποία έρχεται και ο πλούτος. Για παράδειγμα, στη Φωκίδα η εξορυκτική δραστηριότητα ήταν η κινητήριος δύναμη για να γίνουν σύγχρονες τηλεπικοινωνιακές συνδέσεις πολλά χρόνια προτού γίνουν σε πολλά άλλα μέρη στην Ελλάδα. Τα οφέλη δηλαδή είναι πολλαπλασιαστικά.

Οι θεωρίες όμως ότι αν αξιοποιούσαμε όλους τους πόρους θα ξεπληρώναμε το χρέος και θα μας μένανε και από πάνω είναι απλουστευτικές. Ναι, βεβαίως, η εξορυκτική βιομηχανία έχει σίγουρα τη δυναμική να αποτελέσει βασικό μέρος της λύσης. Αν αρθούν οι σημερινές αγκυλώσεις και εφαρμοστεί πλήρως η εξαγγελμένη Εθνική Πολιτική Αξιοποίησης των Ορυκτών Πρώτων Υλών, μπορεί ο κλάδος να φθάσει το 7% του ΑΕΠ της χώρας. Η «σωτηρία» της εθνικής οικονομίας όμως θα προέλθει από την υγιή ανάπτυξη σε πολλαπλούς τομείς, που θα επιλεγούν σε ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό μοντέλο παραγωγικής δραστηριότητας.

 

Επειδή όμως ακριβώς εκπροσωπείτε έναν κλάδο ιδιαίτερα δυναμικό και επιτυχημένο, έχει διπλή σημασία η άποψή σας για το πώς πρακτικά θα μπορούσε να «πάρει μπροστά» η ελληνική οικονομία, η οποία και αυτή βρίσκεται στο… υπέδαφος.

Για την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας πρακτικά είναι σημαντικό κατ’ αρχάς να εξαλειφθούν μια σειρά στρεβλώσεις στην αγορά που δεν ευνοούν την επιχειρηματική δραστηριότητα, νέα ή υφιστάμενη. Παράλληλα πρέπει να δημιουργηθούν θεσμοί που θα προάγουν τη διαφάνεια και τη σταθερότητα στις συναλλαγές με το Δημόσιο. Σημαντικό ρόλο επίσης θα μπορούσαν να διαδραματίσουν πολιτικές ανάπτυξης με κατάλληλα κίνητρα για την επιχειρηματικότητα και για τη στήριξη επενδυτικών προγραμμάτων.

 

Η έλλειψη σταθερότητας και οι στρεβλώσεις

αποθαρρύνουν τους επενδυτές

 

Όλοι λένε όμως ότι η ιδιαίτερα δυσχερής οικονομική κατάσταση της χώρας δεν επιτρέπει την υλοποίηση επενδύσεων. Στη δική σας περίπτωση, υπάρχουν κεφάλαια που θα μπορούσαν να επενδυθούν στον κλάδο ή αυτό είναι θεωρητικό σχήμα;

Δεν είναι θεωρητικό σχήμα. Θα σας δώσω μια απάντηση μέσα από τα πράγματα. Η Imerys εν μέσω κρίσης επένδυσε πάνω από μισό δισ., και για την ακρίβεια 525 εκατ. ευρώ, για να αποκτήσει την S&B. Άρα αυτό τι δείχνει; Δείχνει ότι οι ελληνικές ορυκτές πρώτες ύλες αποτελούν, ακόμη και σε αυτήν τη δυσμενή οικονομική συγκυρία, πόλο έλξης. Και αυτό διότι τα προϊόντα των ελληνικών ορυκτών πρώτων υλών δεν απευθύνονται μόνο στην ελληνική αγορά αλλά και στη διεθνή, όπου είναι ιδιαιτέρως ανταγωνιστικά και σε αυτό συμβάλλει και το γεγονός ότι έχουμε καλή πρόσβαση στα λιμάνια, την οποία και πρέπει να διατηρήσουμε.

Υπάρχει επομένως ενδιαφέρον. Ο επενδυτής όμως αποθαρρύνεται κυρίως από τις μακροχρόνιες διαδικασίες αδειοδότησης, από την ανασφάλεια δικαίου, από το γεγονός ότι η πολιτεία δεν ενεργεί γρήγορα και αποτελεσματικά και βέβαια από την απουσία και ενός σταθερού φορολογικού πλαισίου. Η σταθερότητα δηλαδή αποτελεί τον υπ’ αριθμόν ένα παράγοντα για την προσέλκυση επενδύσεων, κάτι το οποίο στην Ελλάδα λείπει έντονα. Ξέρετε, δεν μας ενοχλεί να μας πουν οι αρμόδιοι φορείς με τρόπο πειστικό και μέσα από διάλογο ότι «εδώ δεν μπορεί να γίνει ένα τέτοιο έργο». Δεν μπορεί όμως να μας λένε «ίσως κάτι γίνει, άσε να το δούμε» και μετά από κάποια χρόνια να λένε «ναι, γίνεται» και μετά από άλλα τόσα χρόνια να λένε «όχι, δεν γίνεται». Τέτοιες πρακτικές, όπως καταλαβαίνετε, όχι μόνο δεν προσελκύουν αλλά διώχνουν τους επενδυτές.

 

Είπατε ότι ο επενδυτής αποθαρρύνεται από την ανασφάλεια δικαίου. Τι ακριβώς εννοείτε;

Το αξιόπιστο του δικαίου, η ασφάλεια δικαίου είναι το Α και το Ω. Ο επιχειρηματίας θέλει να γνωρίζει ότι, αν τύχει να εμπλακεί σε μια διαμάχη είτε με το κράτος είτε με τον γείτονα ή τον ανταγωνιστή, θα κριθεί δίκαια και γρήγορα και αν χάσει έχασε ή αν κερδίσει κέρδισε. Όχι όμως, ενώ έχει κριθεί, να αλλάζει ο νόμος διότι η δικαστική απόφαση δεν αρέσει σε κάποιους. Απαράβατη αρχή για όλα τα πολιτισμένα κράτη είναι η όποια αλλαγή να αφορά τα επιγενόμενα και όχι τα προγενόμενα. Εμείς δεν ζητάμε οικονομικές ενισχύσεις. Εμείς ζητάμε προβλεπτό, σταθερό και δίκαιο περίγραμμα επιχειρηματικής ανάπτυξης. Ο επενδυτής επίσης αποθαρρύνεται και από το γεγονός ότι υπάρχουν ομάδες στην κοινωνία οι οποίες ανθίστανται ακόμη και όταν ένα έργο έχει αδειοδοτηθεί.

 

Ο Ελληνικός Χρυσός είναι ένα τέτοιο παράδειγμα;

O Ελληνικός Χρυσός είναι όντως μια τέτοια περίπτωση. Υπάρχουν όμως και άλλες μικρότερες μεν, αλλά εξίσου σημαντικές περιπτώσεις, που απλώς δεν πήραν ανάλογη δημοσιότητα. Το πρόβλημά μας επομένως δεν είναι μόνο οι γραφειοκρατικές και άλλες δυσκολίες, είναι και η νοοτροπία που υπάρχει σε μερίδα της ελληνικής κοινωνίας σχετικά με την επιχειρηματικότητα. Πιστεύω ότι η ελληνική κοινωνία πρέπει να επανατοποθετηθεί στο θέμα αυτό και να πάψει να αντιμετωπίζει την επιχειρηματικότητα με δυσπιστία.

 

Εσείς θεωρείτε ότι κάνατε ό,τι περνούσε από το χέρι σας για να συμβάλετε στην αλλαγή αυτών των αντιλήψεων μέσα στην κοινωνία;

Η συμβολή μας αυτή είναι ξεκάθαρη και, π.χ., στην περίπτωση της Μήλου είχαμε υποστηρίξει την άποψη ότι το νησί θα έπρεπε να διαλέξει ένα μοντέλο ανάπτυξης. Εμείς τότε είχαμε προτείνει το μοντέλο της ισόρροπης ανάπτυξης με δύο πυλώνες, τον τουρισμό και την εξορυκτική βιομηχανία. Είχαμε δε επισημάνει ότι, από τη στιγμή που θα συμφωνήσουμε στο μοντέλο, πρέπει ο ένας να σέβεται και να βοηθάει τον άλλον. Τώρα πια αυτό το μοντέλο ανάπτυξης δεν το παρουσιάζει ούτε η εξορυκτική βιομηχανία ούτε ο τουρισμός, το παρουσιάζει η τοπική αυτοδιοίκηση, η οποία το έχει υιοθετήσει, το προωθεί και το προβάλλει παντού. Μάλιστα ο Δήμος της Μήλου έχει προσκληθεί σε διεθνή συνέδρια για την παρουσίαση αυτού του μοντέλου.

 

Στη Χαλκιδική όμως δεν έγινε το ίδιο…

Η υπόθεση της Χαλκιδικής είναι λίγο διαφορετική. Κατ’ αρχάς να πούμε ότι η Χαλκιδική από τα αρχαία χρόνια είχε πλούσια μεταλλευτική δραστηριότητα. Η περιοχή Σκουριές είναι η περιοχή όπου υπήρξαν αρχαίες μεταλλουργίες που άφησαν τις σκουριές τους, εξ ου και η ονομασία της.

Αιώνες λοιπόν η Χαλκιδική ήταν μεταλλευτικός χώρος. Στην πάροδο των ετών η Χαλκιδική διατηρούσε αυτή την ιδιότητα, ενώ παράλληλα αποτελούσε και πόλο έλξης τουριστών και για χρόνια μεταλλευτική βιομηχανία και τουρισμός συνυπήρχαν. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και έπειτα όμως, η Χαλκιδική άρχισε να βιώνει κάμψη της μεταλλευτικής δραστηριότητας. Έτσι, για διάφορους λόγους, άρχισαν να χάνονται οι ισορροπίες στην περιοχή και με κάποιο τρόπο φαίνεται πως χάθηκε και αυτή η λογική της πολλαπλής ανάπτυξης. Παράλληλα άρχισαν να δημιουργούνται στην κοινωνία σύνδρομα και χαρακτηριστικά αμυντικά, γιατί πλέον η μεταλλευτική δραστηριότητα χάθηκε σε κάποιο βαθμό και από τη μνήμη αρκετών κατοίκων και έγινε terra incognita. Θεωρώ λοιπόν ότι, μαζί με μια σειρά άλλα θέματα, η διακοπή της υγιούς εξέλιξης της μεταλλευτικής δραστηριότητας στην περιοχή είναι ένα από τα αίτια για τα προβλήματα που παρουσιάζονται σήμερα.

 

Τώρα σε ποιο στάδιο βρίσκεται η επένδυση αυτή;

Εκτιμώ ότι η επένδυση αυτή ακόμη δεν έχει βρει τον δρόμο της. Έχουν αδειοδοτηθεί μεγάλα κομμάτια της και συνεχώς αδειοδοτούνται, με το σταγονόμετρο βέβαια, αλλά ο επενδυτής έχει φοβηθεί πια.

 

Ανάπτυξη νέων τεχνολογιών για μείωση

του αποτυπώματος στο περιβάλλον

 

Είπατε νωρίτερα ότι το ποσοστό συνεισφοράς του κλάδου στο ΑΕΠ της χώρας, το οποίο φθάνει το 3,4%, μπορεί να διπλασιασθεί. Πώς θα γίνει αυτό;

Ο διπλασιασμός αυτός μπορεί να επιτευχθεί σε βάθος χρόνου. Οι επενδύσεις μας δεν είναι από αυτές που αποδίδουν μέσα σε ένα χρόνο. Είναι επενδύσεις που συνήθως αποδίδουν μέσα σε ένα χρονικό διάστημα από δύο ως πέντε χρόνια. Παρ’ όλο που ζούμε σε δεκαετίες ταχύτητας, ο δικός μας κλάδος έχει το χαρακτηριστικό ότι απαιτεί γενναία επενδυτική απόφαση και μακροπρόθεσμη στόχευση για την κερδοφορία, η οποία, από τη στιγμή που θα επιτευχθεί, είναι μεν μικρή αλλά είναι σταθερή.

 

Στη γενική συνέλευση του ΣΜΕ τον Ιούνιο είχατε αναφέρει ότι τα μέλη του Συνδέσμου έχουν ήδη προγραμματίσει επενδύσεις ύψους σχεδόν 2 δισ. ευρώ για την επόμενη πενταετία. Μπορείτε να μας μιλήσετε πιο αναλυτικά για αυτά τα επενδυτικά σχέδια;

Σύμφωνα με τη σχετική μελέτη του ΙΟΒΕ, οι επενδύσεις αυτές αφορούν νέα μεταλλεία και ορυχεία, ανανεώσεις και εκσυγχρονισμό λειτουργουσών εγκαταστάσεων, νέα συστήματα παραγωγής, προστασία του περιβάλλοντος καθώς και ανακύκλωση ή αξιοποίηση παραπροϊόντων των κυρίων διαδικασιών.

Ως κλάδο, μάς ενδιαφέρει πολύ να μειώσουμε όσο γίνεται το αποτύπωμά μας στο περιβάλλον, ώστε για την παραγωγή των ίδιων προϊόντων να απαιτείται μικρότερη ποσότητα πρώτης ύλης. Προς τον σκοπό αυτόν οι εταιρείες του Συνδέσμου συνεργάζονται στενά με το ΕΜΠ αλλά και με άλλες σχολές και ερευνητικά ιδρύματα εδώ και στο εξωτερικό. Στο πλαίσιο αυτό, εκτός από την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, δίνουμε επίσης έμφαση στην αξία της επαναχρησιμοποίησης υλικών. Το αναφέρω αυτό διότι τείνουμε να πιστεύουμε ότι εδώ στην Ελλάδα απλώς αντιγράφουμε. Δεν είναι έτσι, έχουμε νέους με λαμπρά μυαλά και είναι κρίμα που φεύγουν, είναι κρίμα που δεν τους δίνεται η ευκαιρία να αξιοποιηθούν εδώ.

 

Πρόβλημα δεκαετιών

η αρχή της ήσσονος προσπάθειας

 

Είστε αισιόδοξος για το πώς θα κυλήσουν τα πράγματα στην Ελλάδα το επόμενο διάστημα;

Υπάρχει μια διαφορά μεταξύ αισιοδοξίας και απλώς άγνοιας κινδύνου. Όταν δραστηριοποιείσαι στο επιχειρείν δεν μπορεί να μην είσαι αισιόδοξος, αλλά μετρημένα και αφού έχεις εξετάσει όλα τα δεδομένα. Επομένως αισιόδοξος είμαι γιατί έχω δει ότι η κρίση τους σοφούς οργανισμούς τους βγάζει καλύτερους και θέλω να πιστεύω ότι η ελληνική κοινωνία μαθαίνει και αφήνει πίσω της σταδιακά όσα πρέπει να αφήσει.

 

Μιλάτε για θέματα νοοτροπίας;

Ξέρετε, έγιναν πολλά λάθη για σειρά ετών, για τα οποία η πολιτεία φέρει την καίρια και κύρια ευθύνη. Στα πρωτεύοντα λάθη και δεδομένου ότι όλα ξεκινούν από την παιδεία, είναι ότι, για δύο περίπου γενιές το εκπαιδευτικό μας σύστημα και η κοινωνική διάρθρωση δημιούργησαν μια ιδιότυπη κατάσταση νιρβάνας. Διδάχθηκε σε αυτές τις γενιές η αρχή της ήσσονος προσπάθειας και σχεδόν τα πάντα υπηρετούσαν αυτήν ακριβώς την αρχή. Αυτό ήταν ιδιαίτερα εμφανές στη σχέση εκπαίδευσης με τη βιομηχανία. Έτσι επλήγησαν σχολές που υπηρετούσαν τον παραγωγικό ιστό, ενώ σε άλλες η χωρίς κωλύματα διέλευση έγινε σημαία. Για παράδειγμα, δεν έχουμε αυτή τη στιγμή μεταλλειολόγους που να θέλουν να δουλέψουν στα εργοτάξια. Δεν υπάρχει σχολή στην Ελλάδα που να βγάζει σωστούς εργοδηγούς για τον δικό μας χώρο. Υπάρχουν σχολές όπου τα παιδιά, δυστυχώς, μπαίνουν με μέσο όρο βαθμολογίας 2 ως 5. Έτσι λοιπόν φθάσαμε σήμερα να μην έχουμε εξειδικευμένους εργαζομένους, να μην έχουμε μεσαία στελέχη, να μην μπορεί να ορθοποδήσει και να μεγαλώσει η μεσαίου μεγέθους εταιρεία.

Γενικότερα τώρα, στη νοοτροπία μας πέρασε ο μεταξύ μας ανταγωνισμός και όχι συναγωνισμός. Συνηθίσαμε επίσης να μαλώνουμε και όχι να συνομιλούμε, έστω και αν διαφωνούμε. Είναι πολύ σημαντικό για την εξέλιξή μας, για την εξέλιξη της χώρας, να μάθουμε να συνομιλούμε παρά τις όποιες διαφορές μας. Όποια κράτη έχουν θεσμοθετημένο τον διάλογο πάνε μπροστά. Η διαφορετική άποψη δεν σημαίνει διαχωριστική γραμμή. Η διαφορετική άποψη σημαίνει σύνθεση, σημαίνει σπινθήρας ενέργειας. Στην ανάλυση όλοι καλοί είμαστε. Τη σύνθεση πρέπει να μάθουμε και να υιοθετήσουμε. Η σύνθεση είναι το δύσκολο. Θέλει ωριμότητα και γενναιότητα να αναγνωρίσουμε ότι ο διπλανός μου γνωρίζει κάτι που εγώ δεν γνωρίζω και άρα θα πράξω αυτό που λέει. Θέλει ωριμότητα να αναγνωρίσω την ικανότητα ή γνώση του άλλου που δεν έχω εγώ σε ένα συγκεκριμένο θέμα. Η συμπληρωματικότητα είναι το ζητούμενο. Αν δεν μάθουμε να λειτουργούμε έτσι, η Ελλάδα θα εξακολουθεί να έχει ανεργία, μετανάστευση, προβλήματα, μιζέρια.

 

 

Κλείνοντας, θα ήθελα να μας μιλήσετε για τους στόχους και τις προτεραιότητες του ΣΜΕ για το άμεσο μέλλον.

Οι άμεσοι στόχοι για τον ΣΜΕ είναι:

– Να λειτουργήσει σαν κοιτίδα αριστείας σε θέματα υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων των εταιρειών-μελών του

– Να αναδειχθεί σε βασικό συνομιλητή για τα θέματα των ορυκτών πρώτων υλών τόσο της πολιτείας όσο και των τοπικών κοινωνιών

– Να αντιστρέψει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τις όποιες αρνητικές προσλαμβάνουσες για τον κλάδο σε εθνικό και τοπικό επίπεδο και να τονίσει την προβολή της σημαντικής θετικής συνεισφοράς του επίσης σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο

– Να συνδράμει καταλυτικά στην ταχεία ανάπτυξη ενός πλήρους και συνεκτικού νομοθετικού πλαισίου για τη δημιουργία νέων και ανάπτυξη υφιστάμενων εξορυκτικών δραστηριοτήτων.